χολόλιθος

χολόλιθος
ο
είδος μικρού λίθου που σχηματίζεται στη χοληδόχο κύστη.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • χολόλιθος — ο, Ν ιατρ. ομοιογενές ή, συχνότερα, ετερογενές σύγκριμμα από συστατικά τής χολής, με μορφή λίθου και με ποικιλία σχημάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cholelith < χολή/χόλος + λίθος. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στον Γ. Ν. Πιλάβιο] …   Dictionary of Greek

  • ηπατόλιθος — ο χολόλιθος, πέτρα στη χολή. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hepatolith < hepato (πρβλ. ηπατο < ήπαρ, ατος) + lith (πρβλ. λίθος)] …   Dictionary of Greek

  • λίθος — ο (AM λίθος, ὁ Α και λίθος, ἡ) 1. τεμάχιο πετρώματος ή βράχου, πέτρα, λιθάρι (α. «τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. β. «στερεὴ λίθος», Ομ. Οδ. γ. «σοὶ δ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο», Ομ. Οδ.) 2. ιατρ. σύγκριμα που σχηματίζεται στα διάφορα όργανα και …   Dictionary of Greek

  • χολή — Προϊόν της έκκρισης του ήπατος, που προορίζεται να διευκολύνει τη λειτουργία της πέψης, στο έντερο. Σχηματίζεται κατά μεγάλο μέρος στα ηπατικά κύτταρα και, διαμέσου των χοληφόρων τριχοειδών, που βρίσκονται στο ηπατικό λοβίο, περνά τους χοληφόρους …   Dictionary of Greek

  • χολολιθίαση — η, Ν ιατρ. η παρουσία χολολίθων στις χοληφόρους οδούς και ειδικά στη χοληδόχο κύστη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. cholelithiase < χολόλιθος + κατάλ., ίαση*. Η λ., στον λόγιο τ. χολολιθίασις, μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • χολολιθικός — ή, ό, Ν [χολόλιθος] 1. ο σχετικός με τους χολόλιθους 2. αυτός που πάσχει από χολολιθίαση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”